Η πρόοδος που έχει παρατηρηθεί στην ενσωμάτωση των ενεργειακών αγορών της Ευρώπης και στη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς είναι πράγματι αξιοσημείωτη. Ιδιαίτερα σε μια εποχή που η ενεργειακή κρίση απασχολεί όλες τις χώρες μέλη της Ένωσης, η σημασία του μηχανισμού που ενοποιεί την παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας είναι απολύτως κρίσιμη. Η αντικειμενική εξισορρόπηση της προσφοράς και ζήτησης μέσω διασυνδεδεμένων αγορών αποδεικνύει ότι η Ευρώπη μπορεί να εμφανίζει ευελιξία και θετική ανάπτυξη. Οι γεωπολιτικές, βιώσιμες και οικονομικές πτυχές αυτού του εγχειρήματος είναι συγκλονιστικές, καθώς προσδιορίζουν την ευρωπαϊκή στρατηγική για την ενεργειακή ασφάλεια.
Ωστόσο, απαιτείται περισσότερη ευθύνη και συνεννόηση μεταξύ των κρατών μελών. Η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να είναι μόνο σε επίπεδο εκτελεστικών αποφάσεων, αλλά θα πρέπει να είναι κυρίως νομοθετική. Η δυνατότητα προσαρμογής και χρηματοδότησης σε περιόδους επιτήρησης και κρίσης ξαναβάζει στον δήμο την ιδέα της οικονομίας της αγοράς και της υγιούς ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη. Οι κοινές δράσεις και πολιτικές στον τομέα της ενέργειας και των επενδύσεων έχουν τη δυνατότητα να ενισχύσουν την οικονομία και την ασφάλεια, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για ένα βιώσιμο μέλλον.