Η ανακοίνωση για τις αυξήσεις στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια και η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη που διαβεβαίωσε πως αυτές δεν θα μεταφερθούν στις πλάτες του επιβατικού κοινού, φανερώνουν δύο σημαντικές αλήθειες που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε. Καταρχήν, οι αυξήσεις αυτές αποτελούν απόρροια των πιέσεων που δέχονται όλοι οι τομείς της οικονομίας λόγω της εκτόξευσης των τιμών των καυσίμων. Η κυβερνητική προσπάθεια για τη συγκράτηση αυτών των αυξήσεων δείχνει έναν προσανατολισμό στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης που προκάλεσαν οι διεθνείς συνθήκες, αλλά και οι αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας. Έχει γίνει ξεκάθαρο ότι το πολιτικό σύστημα καλείται να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών, ενώ οι επιχειρήσεις πρέπει να εξετάσουν τεχνικές καινοτομίας και αύξησης αποδοτικότητας για να μειώσουν το κόστος λειτουργίας τους.
Ωστόσο, παρά τους καλούς σκοπούς, οι λογιστικές ασκήσεις και οι προεκλογικές υποσχέσεις δεν αρκούν. Περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται μια συνολική στρατηγική ανάπτυξης που να περιλαμβάνει τη διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος της χώρας και την καλύτερη αξιοποίηση των πηγών της εθνικής προμήθειας φυσικού αερίου. Η επένδυση σε υποδομές και η επιτάχυνση διαγωνισμών για τη δραστηριότητα των θαλάσσιων μεταφορών μπορούν να στήσουν ένα απαραίτητο δίχτυ ασφαλείας για την ελληνική οικονομία. Οι αυξήσεις στα ναυτιλιακά κόστη επηρεάζουν την καθημερινότητα των Ελλήνων και την τουριστική βιομηχανία, μια χρονιά που οι ανάγκες θα είναι μεγαλύτερες από ποτέ όσο πλησιάζουμε την τουριστική περίοδο. Χρειάζεται ετοιμότητα και στρατηγικός σχεδιασμός για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, με στόχο την ασφάλεια και ευημερία των πολιτών στην αβέβαιη εποχή που διανύουμε.