Τα τελευταία στοιχεία από τον κρατικό προϋπολογισμό που αποκαλύπτουν πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 8,7 δισ. ευρώ το 2024 προσφέρουν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για αναστοχασμό σχετικά με τη θέση της ελληνικής οικονομίας. Αν και το πλεόνασμα αυτό φαντάζει ενθαρρυντικό, καλό είναι να θυμόμαστε ότι οι αριθμοί δεν αποτυπώνουν σε καμία περίπτωση τις συνθήκες διαβίωσης των πολιτών. Μπορεί τα έσοδα από τον ΦΠΑ και τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων να καταγράφουν υπερέκβαση, αλλά παράλληλα η κοινωνική ανισότητα και η φτώχεια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, αφήνοντας πολλούς πολίτες εκτός του αναπτυξιακού σχήματος που παρουσιάζουν οι κυβερνητικές πολιτικές.
Αυτή η διαπίστωση εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την βιωσιμότητα της δημοσιονομικής στρατηγικής που υιοθετείται. Είναι επιτακτική ανάγκη να συνδυαστεί η δημοσιονομική σταθερότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη, προκειμένου να αποφευχθούν οι κοινωνικές εντάσεις και οι αρνητικές συνέπειες της λιτότητας. Η πολιτική οικονομία πρέπει να εστιάσει σε στρατηγικές που προάγουν όχι μόνο το πλεόνασμα αλλά και την ουσιαστική ανάπτυξη, που θα καταφέρει να βελτιώσει τα επίπεδα ζωής και να μειώσει την ανισότητα. Απαιτείται μια ολιστική προσέγγιση που να επικεντρώνεται στη στήριξη των πιο ευάλωτων πληθυσμών μέσα από την ανάπτυξη πολιτικών προσανατολισμένων σε ένα βιώσιμο μέλλον.